Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

ΤΡΕΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΜΑΣ!...




 














α) Σεισάχθεια
η, ΝΑ· 1. η απόσειση άχθους, η απαλλαγή από βάρος· 2. (στην αρχαία Αθήνα) νομοθετικό μέτρο τού Σόλωνος το οποίο καταργούσε τα δημόσια και ιδιωτικά χρέη ή, κατ' άλλους, έκανε απάλειψη ή ελάττωση τών τόκων καί αύξηση τής αξίας τού νομίσματος («πρώτου Σόλωνος... τὴν τῶν χρεῶν ἀποκοπὴν ...
σεισάχθειαν ὀνομάσαντος», Πλούτ.)· 3. (γενικά) νομοθετικό μέτρο με σκοπό την ελάττωση τών χρεών («σεισαχθείᾳ τινὶ τόκων ἐκούφιζε τοὺς χρεωφειλέτας», Πλούτ.).

β) Όνειδος
τὸ (ΑΜ ὄνειδος, Μ και ὄνειδος, ό)· 1. ψόγος, μομφή, επίπληξη, κατάκριση, επιτίμηση· 2. ντροπή, καταισχύνη, αίσχος, ατιμία· 3. κατάσταση ή πρόσωπο που επιφέρει καταισχύνη, ντροπή («τὸ γὰρ πό...λεως ὄνειδος ἐν χαλκηλάτῳ σάκει», Αισχύλ.)· 3. (παροιμ. φρ.) «ἔργον δ' οὐδὲν ὄνειδος, ἀεργίη δὲ τ' ὄνειδος»· η εργασία δεν είναι ντροπή, το να μη δουλεύεις είναι ντροπή (Ησίοδ.)· || (αρχ.) (φρ.) α) «ἔχω ὄνειδος»· είμαι περιφρονημένος· β) «ὄνειδος περιάπτω» και «ὄνειδος περιτίθημί τινι»· προσάπτω ψόγο ή μομφή σε κάποιον· γ) «ὄνειδος φέρω»· επιφέρω ψόγο, μομφή· δ) «ὀνείδει ἐνέχομαι»· είμαι ένοχος επονείδιστης πράξης· ε) «ὀνείδει συνέχομαι»· βαρύνομαι με αισχρές πράξεις· στ) «κολάζω ὀνείδεσι»· τιμωρώ κάποιον διατυπώνοντας μομφές και επιπλήξεις.

γ) Εξοστρακισμός
ο (AM ἐξοστρακισμός)· 1. η εξορία κάποιου με οστρακισμό, με αναγραφή δηλ. τού ονόματος πάνω σε όστρακο σε συνέλευση τής εκκλησίας τού δήμου· 2. εκδίωξη, απομάκρυνση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: