Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Κρίσιμες μέρες, κρίσιμες σκέψεις


 Κι εκεί που πήγαινα στο ΙΚΑ... να σου το πρεζόνι.

-         Φίλε, έχεις ένα ευρώ;
-         Ναι αμέ, έχεις ρέστα από δεκάευρο;
-         Με δουλεύεις ρε μάστορα; Πού να το βρω το δεκάευρο;
-         Ε, κάτσε μάσε τα εννιά να με δώσεις ρέστα και ξαναέλα να σε δώσω το δεκάευρο εγώ.
-         Ορεξη έχεις;
-         Εγώ; εσύ δε ζήτησες ένα ευρώ; Ε, δεν έχω ψιλά, με κόβεις για φτωχό;
-         Αμα σου ζήταγα δέκα θα μου έδινες;
-         Όχι.
-         Είσαι μαλάκας;
-         Ολοι δεν είμαστε;
Το πρεζόνι κούνησε το κεφάλι κι έφυγε κι εγώ κούνησα τα πόδια μου και μπήκα στο ΙΚΑ.
-         Καλημέρα!
-         ...
-         Καλημέρα;
-         ...
Στην τρίτη «καλημέρα» η καλοστεκούμενη στρουμπουλή μανταμίτσα πίσω από το τζάμι ρώτησε μουρτζουφληδόν δίχως καν να κοιτάξει το αγγελικό μου πρόσωπο. Κάτι τέτοια με τη δίνουν και μου ρχονται διάφορα να πω (αυτά με κόκκινο) αλλά συνήθως κρατιέμαι και λέω άλλα.
-         Τι θέλετε κύριε;
-         (Μια πίπα δε θα ταν άσχημα για να πάει καλά η μέρα). Ε, μια ρύθμιση να κάνουμε αν συμφωνείτε κι εσείς.
-         Μάλιστα. Τι ρύθμιση;
-         (Κατ' αρχήν να ρυθμίσουμε το καρμπιρατέρ και τις βαλβίδες γιατί καίει πολύ το γαμημένο). Τι εννοείτε; Κάνετε πολλών λογιών ρυθμίσεις;
-         Θα μου πείτε τι θέλετε; Δεν έχουμε όλοι όρεξη.
-         (Το βλέπω μωρή φώκια, φαντάσου και να είχες πώς θα χε γίνει ο κώλος σου). Αυτό με την όρεξη να το προσέξεις, άμα σε γυρίσει σε νευρική ανορεξία την έβαψες. Ενιγουέι, μια ρύθμιση σε μια οφειλή που έχω.
-         Δώστε μου τα χαρτιά.
-         (Πάρ' τα μωρή άρρωστη) Ορίστε.
-         Α! είναι λίγο μεγάλη βλέπω.
-         (Ε, την παίζω από μικρός και μεγάλωσε) Εχει σημασία;
-         Γιατί τα αφήσατε και μαζεύτηκαν τόσα;
-         (Τα έφαγα στις πουτάνες) Είναι μεγάλη ιστορία, να βγούμε κάνα βράδυ να σου την πω άμα θες. Θα το ρυθμίσουμε τελικά;
-         Ορίστε, στο διευθυντή για υπογραφή.
-        (Σκρόφα, μπιτς) Στω.

Βγαίνω από το διευθυντή, με τον οποίο δεν αλλάξαμε ούτε σκέψη ούτε λέξη ούτε βλέμμα, σωστός ο παίχτης.
Με το που στρίβω στη γωνία να σου μπροστά μου ο αχώνευτος, ο κλαψιάρης, ο μίζερος παλιός πελάτης, φεσατζής, τσιγκούναρος, λαμόγιο και κλαψομούνης γαμώ τα λεφτά του μέσα γαμώ.
-         Μήτσο; Τι κάνεις ρε φίλε;
-         (Ελα ντε, τώρα που με είδες τι κάνω;  ) Τάκη; Καιρό έχω να σε δώ, όλα καλά;
-         Τι καλά ρε παιδί μου με αυτήν την κρίση.
-         (Κλαίνε οι χήρες κλαίνε κι οι παντρεμένες) Ποια κρίση ρε συ; Τι έπαθες;
-         Την κρίση μωρέ γενικά, πάμε κατά διαόλου, καλά, πού ζεις;
-         (Ζωγράφου και Ιλίσσια) Ελα ρε, τα παραλές. Όλα καλά είναι.
-         Τι καλά μωρέ που μας γάμησαν οι κερατάδες, δεν έχουμε να φάμε.
-         (Δεν έχεις από ποιόν να φας εννοείς κωλολαμόγιο) Ελα ρε, ψυχραιμία.
-         Εσύ καλά; Πώς πάει η δουλειά;
-         (Σκατά κι απόσκατα, όπου να 'ναι κλείνουμε) Μια χαρά ρε, τίγκα δουλειά, δεν προλαβαίνω λέμε.
-         Σώπα ρε! Μπράβο! Κι από λεφτά;
-         (Είπα κι εγώ, δε θα πεις για λεφτά;  ) Καλά ρε Τάκη, φτωχοί είμαστε; Είναι δυνατόν να μην έχω εγώ λεφτά;
-         Πω ρε παιδί μου, είσαι ο μόνος που δεν έχω δει να κλαίγεται, πώς τα καταφέρνεις;
-         (Κλαίγομαι όταν δε με βλέπουν ρε μαλάκα) Τι πώς τα καταφέρνω;
-         Ε, να, με την κρίση.
-         (Γαμώ την κλάψα σου γαμώ) Αντε πάλι με την κρίση. Ποια κρίση μωρέ; Πολύ τηλεόραση βλέπεις, δεν υπάρχει κρίση.
-         Δεν υπάρχει; Εσύ δε βλέπεις τηλεόραση;
-         Φυσικά βλέπω.
-        Ε, τί βλέπεις στην τηλεόραση; δεν υπάρχει κρίση;
-       (Τσόντα και μπάλα ρε μαλάκα, τί να δω; Και συ που βλέπεις ειδήσεις τσόντα βλέπεις) Όχι ρε μαλάκα, μην πιστεύεις αυτά που λένε.
-         Μας δουλεύεις ρε Μήτσο; Είδες πόσο τον κάνανε το μισθό;
-         (Από πότε σε κόφτει για το μισθό εσένα ρε όρνιο;  )  Και τι μας νοιάζει ρε εμάς ο μισθός; Μισθωτοί είμαστε; Αυτά είναι για τους φτωχούς. Οι φτωχοί και να φτωχύνουν δεν τρέχει τίποτε.
-         Ναι αλλά έτσι όπως πάει θα φτωχύνουμε όλοι.
-         (Αμ έλα στο ψητό δικέ μου) Μπορεί αλλά και πάλι οι άλλοι θα είναι πάλι φτωχότεροι από εμάς οπότε μία η άλλη. Συγκριτικά πάλι πλούσιοι θα είμαστε.
-         Σε χαίρομαι ρε Μήτσο έτσι που τα βλέπεις τα πράγματα, εγώ φοβάμαι.
-         (Φοβάσαι μη χάσεις λίγο απ' την καβάντζα που έχεις φάει το καταπέτασμα κωλοεβραίε ε;  ) Μη φοβάσαι ρε Τάκη και μην πιστεύεις αυτά που λένε. Κι άμα ζοριστείς εδώ είμαι εγώ.
-         Ναι ρε Μήτσο, να βοηθάει ένας τον άλλο, έτσι πρέπει.
-         (Ολοι εσένα θες να πεις). Ε τι φίλοι είμαστε.
-         Δηλαδή άμα χρειαστώ, χτύπα ξύλο, βοήθεια να σου πω ε;
-         (Να χρειαστείς, να χρειαστείς κι έλα σε μένα να πάρεις τα τρία μου) Εννοείται ρε φίλε αλλά κοίτα μη χρειαστείς. Αντε, φεύγω τώρα, τα λέμε.
-         Ναι, ναι, το τηλέφωνό σου ισχύει; Δεν το έχεις αλλάξει ε;
-         (Αρχισε κιόλας ο πούστης) Οχι δεν το έχω αλλάξει (αλλά μου το έχουν κόψει, άμα με βρεις σφύρα μου) ισχύει. Αντε και να προσέχεις, να μην κάνεις παρέα με φτωχούς, αυτοί είναι χαμένα κορμιά. Η φτώχεια είναι αρρώστεια και είναι και κολλητική.
-         Γειά σου Μήτσο, θα τα πούμε.
-         (Σε μια άλλη ζωή ίσως μαλάκα, στο διάολο γύφτο) Γειά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: